(Σ 590-598)Κι έναν χορόν ιστόρησεν ο μέγας ζαβοπόδης,«Ἐν δέ χορὸν ποίκιλλε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις,
τῷ ἴκελον οἷόν ποτ’ ἐνὶ Κνωσῷ εὐρείῃ
Δαίδαλος ἤσκησεν καλλιπλοκάμῳ Ἀριάδνῃ ,
ἔνθα μέν ἠΐθεοι καὶ παρθένοι ἀλφεσίβοιαι
ὠρχεῦντ’, ἀλλήλων ἐπὶ καρπῷ χεῖρας ἔχοντες,
τῶν δ’ αἵ μὲν λεπτὰς ὀθόνας ἔχον, οἵ δέ χιτῶνας
εἵατ’ ἐϋννήτους, ἦκα στίλβοντας ἐλαίῳ·
καί ῥ’ αἵ μὲν καλὰς στεφάνας ἔχον, οἵ δέ μαχαίρας
εἶχον χρυσείας ἐξ ἀργυρέων τελαμώνων.»
όμοιον μ' αυτόν που ο Δαίδαλος είχε φιλοτεχνήσει
της Αριάδνης της λαμπρής εις της Κνωσού τα μέρη.
Αγόρια εκεί, πολύπροικες παρθένες εχορεύαν
κι εγύριζαν χεροπιαστοί· και οι κόρες εφορούσαν
λινά ενδύματα λεπτά, κι είχαν τα παλικάρια
από το λάδι λαμπερούς καλόγνεστους χιτώνες.
Λαμπρά στεφάνια είχαν αυτές, είχαν χρυσά εκείνοι
μαχαίρια, που απ' αργυρούς κρεμιόταν τελαμώνες·
και πότ' ετρέχαν κυκλικά με πόδια μαθημένα
, ωσάν σταμνάς, οπού τροχόν αρμόδιον στην παλάμην
τον τριγυρνά καθήμενος να δοκιμάσει αν τρέχει,
και πότε αράδα έτρεχαν αντίκρυ στην αράδα.
Και τον ασύγκριτον χορόν τριγύρω εδιασκεδάζαν
![]() |
Κυκλικός χορός από θολωτό τάφο (Αγία Τριάδα, Κρήτη). Μουσείο Ηρακλείου. |